Перевод: со всех языков на греческий

с греческого на все языки

τῆς πείρας

  • 1 опыт

    опыт
    м
    1. (совокупность знаний, навыков) ἡ πείρα:
    жизненный \опыт ἡ πείρα τής ζωής· обмен \опытом ἡ ἀνταλλαγή (τής) πείρας· убеждаться на \опыте πείθομαι ἀπό τήν πείρα· знать по собственному \опыту γνωρίζω ἐξ ίδίας πείρας· отсу́тствие \опыта ἡ ἀπειροσύνη, ἡ ἔλλειψις πείρας·
    2. (эксперимент) τό πείραμα / ἡ δοκιμή, ἡ δοκιμασία (проба):
    производить \опыты κά(μ)-νω πειράματα, πειραματίζομαι· лабораторные \опыты τά ἐργαστηριακά πειράματα.

    Русско-новогреческий словарь > опыт

  • 2 обобщение

    ουδ.
    γενίκευση, καθολίκευση, επέκταση•

    обобщение опыта новаторов γενίκευση της πείρας καινοτόμων•

    делать обобщение γενικεύω.

    Большой русско-греческий словарь > обобщение

  • 3 опыт

    α.
    1. πείρα•

    обмен -ом ανταλλαγή πείρας•

    жизненный опыт η πείρα της ζωής•

    административный опыт διοικητική πείρα•

    военный опыт στρατιωτική πείρα•

    личный опыт προσωπική πείρα•

    по -у από πείρα•

    по собственному -у εξ ιδίας πείρας•

    наученный горьким -ом διδαγμένος από την πικρή πείρα.

    2. (φιλοσ.) εμπειρία•

    чувственный опыт αισθησιακή εμπειρία.

    3. πείραμα•

    производить физические -ы κάνω πειράματα φυσικής.

    4. δοκιμή, πρόβα. || δοκιμασία•

    это его первый опыт αυτό είναι η πρώτη του δοκιμασία.

    Большой русско-греческий словарь > опыт

  • 4 обмен

    обмен
    м ἡ ἀνταλλαγή / ἡ συναλλαγή (товаров):
    \обмен мнений ἡ ἀνταλλαγή γνω· μῶν· \обмен опытом ἡ ἀνταλλαγή πείρας· годный для \обмена ἀνταλλάξιμος· предмет \обмена τό ἀντάλλαγμα· в \обмен σέ ἀντάλλαγμα-◊ \обмен веществ физиол. ὁ μεταβολισμός, ἡ ἐναλλαγή τῆς ὕλης.

    Русско-новогреческий словарь > обмен

  • 5 деквалификация

    θ.
    απώλεια της ειδικότητας, των γνώσεων, πείρας, αποειδικοποιηση.

    Большой русско-греческий словарь > деквалификация

  • 6 обмен

    α.
    ανταλλαγή• διαμειβή τράμπα•

    обмен товаров ανταλλαγή εμπορευμάτων•

    в обмен σε αντάλλαγμα•

    на обмен για ανταλλαγή•

    обмен опытом ανταλλαγή πείρας•

    обмен мнениями ανταλλαγή γνωμών.

    || αλλαγή•

    обмен партийных билетов αλλαγή κομματικών βιβλιαρίων.

    εκφρ.
    обмен веществ – μεταβολισμός ή αλλαγή ή ανταλλαγή της ύλης.

    Большой русско-греческий словарь > обмен

  • 7 школа

    θ.
    1. σχολείο•

    начальная школа δημοτικό σχολείο•

    средняя школа το μεσαίο σχολείο (γυμνάσιο)•

    ходить в -у πηγαίνω σχολείο•

    школа неполная средняя школа το επτατάξιο σχολείο (επταετούς• φοίτησης)•

    вечерняя школа βραδινό σχολείο.

    2. σχολή•

    музыкальная школа μουσική σχολή•

    высшая школа ανώτερη σχολή•

    ремесленная επαγγελματική σχολή.

    3. μτφ. απόκτηση πείρας•

    он прошл -у испытаний αυτός πέρασε το σχολείο δοκιμασιών•

    пройти -у жизни περνώ το σχολείο της ζωής.

    4. μτφ. ρεύμα•

    фламандская школа в живописи η φλαμανδική σχολή ζωγραφικής.

    5. (γεωπ.) φυτώριο.

    Большой русско-греческий словарь > школа

См. также в других словарях:

  • πείρα — η / πεῑρα, ιων. τ. πείρη, αιολ. τ. πέρρα, ΝΜΑ η πράξη και το αποτέλεσμα τού πειρώμαι, η δοκιμή, η δοκιμασία, η γνώση που αποκτήθηκε έπειτα από δοκιμή στην πράξη, η εμπειρία («πεῑρά τοι μαθήσιος ἀρχά», Αλκμ.) νεοελλ. 1. καθετί που πέφτει στην… …   Dictionary of Greek

  • εργασία — Με τον όρο ε. εννοούμε κάθε ανθρώπινη ενέργεια που έχει σκοπό την παραγωγή αγαθών, υπηρεσιών ή πληροφοριών που χρειάζονται στους ίδιους τους ανθρώπους. Στην ιστορία του ανθρώπου η ε. εμφανίζεται ως κοινωνική ενέργεια, που προσφέρεται δηλαδή από… …   Dictionary of Greek

  • Κυκλάδες — Νησιωτικό σύμπλεγμα και νομός (2.572 τ. χλμ., 112.615 κάτ.) της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, με πρωτεύουσα την Ερμούπολη (11.799 κάτ.). Οι Κ. καταλαμβάνουν το κεντρικό και νότιο τμήμα του Αιγαίου πελάγους. Εκτείνονται με κατεύθυνση ΒΔ προς ΝΑ και… …   Dictionary of Greek

  • Ταϊβάν — H Tαϊβάν χωρίζεται στα δυτικά από την Kίνα με το Στενό της Φορμόζας, και στα ανατολικά από το ιαπωνικό αρχιπέλαγος Pιουκιού με ένα άλλο μικρό θαλάσσιο βραχίονα.Tο έδαφος της Δημοκρατίας της Eθνικιστικής Kίνας η Tαϊβάν (Tα Tσουνγκ Xουά Mιν Kουό)… …   Dictionary of Greek

  • αιτιότητα — Κατά γενική έννοια, ο όρος α. δηλώνει τη σχέση ανάμεσα σε δύο στοιχεία ή δύο έννοιες, η δεύτερη από τις οποίες (αποτέλεσμα) μπορεί δυνητικά να προβλεφθεί με αφετηρία την πρώτη (αιτία). Ως ένας από τους θεμελιώδεις νόμους της φύσης, η αρχή της α.… …   Dictionary of Greek

  • παροιμία — Απόφθεγμα σύντομο και συχνά πνευματώδες, με αρχαία παράδοση και μεγάλη διάδοση, το οποίο, με μορφή καμιά φορά μεταφορική, εκφράζει μια ηθική παραίνεση ή μια σκέψη ή έναν κανόνα, καταστάλαγμα όλα της πείρας. Η συντομία, η δηκτικότητα, ο… …   Dictionary of Greek

  • εμπειρισμός — Φιλοσοφική θεωρία που δέχεται ότι πηγή κάθε γνώσης και κριτήριο της αλήθειας είναι η εμπειρία και τα άμεσα δεδομένα της, ενώ απορρίπτει την ιδέα ότι η γνώση μπορεί να καθοριστεί με αφετηρία την ανάλυση των λογικών κατηγοριών και μόνο. Έτσι,… …   Dictionary of Greek

  • Πεγκολότι, Φραγκίσκος — (Pegolotti). Φλωρεντινός έμπορος και περιηγητής, που έδρασε στο πρώτο μισό του 14ου αι. Ήταν συνεργάτης του μεγάλου εμπορικού οίκου των Μπάρντι (Bardi), τους οποίους αντιπροσώπευε στην Αμβέρσα (1315 17), Αγγλία (1317) και Κύπρο (1324 1327).… …   Dictionary of Greek

  • Φουέντες, Κάρλος — (Fuentes, Πόλη του Μεξικού 1928 –) Μεξικανός συγγραφέας. Είναι ένας από τους πιο αξιόλογους σύγχρονους συγγραφείς των λατινοαμερικανικών χωρών, εξαιτίας της νεωτεριστικής του τεχνικής και της γλωσσικής του αρτιότητας. Ξεκίνησε ως συγγραφέας το… …   Dictionary of Greek

  • στερεότυπα, κοινωνικά — Είναι το προϊόν της απόδοσης ενός χαρακτηριστικού στα αντικείμενα (π.χ. ομάδες ατόμων), που προέρχεται από μια επιπόλαιη ή πολύ κατά προσέγγιση και αυθαίρετη γενίκευση, και επομένως αποκλείει κάθε λογική επεξεργασία ή πειραματική επαλήθευση.… …   Dictionary of Greek

  • εμπειρικός — ή, ό επίρρ. ά 1. που από πείρα ξέρει κάτι, που έχει πείρα. 2. που ενεργεί ή γίνεται βάσει της πείρας (και όχι της επιστημοσύνης): Εμπειρικά φάρμακα. 3. (φιλοσ.), που στηρίζεται στην αντίληψη. 4. «εμπειρικός γιατρός», ο πρακτικός γιατρός. 5.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»